Καλό Πάσχα!

Παναγία ΧρυσοπηγήΦέτος το Πάσχα πέφτει μέσα στην καρδιά της Άνοιξης. Η Σίφνος είναι ήδη πράσινη, με πολλά λουλούδια στολισμένη χάρη στις πολλές βροχές που είχε όλο τον χειμώνα. Οι γιορτινές αυτές μέρες μας καλούν να ξεφύγουμε από την καθημερινότητά μας, να ζωντανέψουμε τις παραδόσεις μας και να γυρίσουμε στις ρίζες μας έστω και για λίγο.
Το Πάσχα στην Σίφνο γιορτάζεται σε ένα μαγευτικό καταπράσινο τοπίο, γεμάτο χρώματα, χριστιανική κατάνοιξη και τους ντόπιους να τηρούν τα Πασχαλινά Ήθη και Έθιμα του τόπου.
Πριν την Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινούν να ασπρίζουν τα σπίτια, τις αυλές με τους παραδοσιακούς αρμούς αλλά και τα σοκάκια, όλα να είναι έτοιμα πριν το σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαϊων. Η Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινά με τις καμπάνες να καλούν τους πιστούς και τις ετοιμασίες των παραδοσιακών τοπικών γλυκισμάτων, όπως είναι τα πασχαλινά “πουλιά”, μικρά τσουρέκια νηστίσιμα σε σχήμα πουλιών και ζώων, τα κουλουράκια αλλά και τα κόκκινα αυγά.
Την Μ.Πέμπτη το βράδυ ψάλλοντε τα 12 Ευαγγέλια. Χαρακτηριστικό είναι το χτύπημα της καμπάνας τόσες φορές Επιτάφιοςόσες και το Ευαγγέλιο που λέγεται. Μετά την ακολουθία της Μ.Πέμπτης οι γυναίκες του χωριού στολίζουν με μυρωδάτα και πολύχρωμα λουλούδια τον Επιτάφιο για να υποδεχτεί το σώμα του Χριστού την Μ.Παρασκευή το πρωί με την Αποκαθήλωση. Την ίδια μέρα οι εκκλησίες μένουν ανοιχτές μέχρι το βράδυ όπου θα αρχίσει η “Ζωή εν Τάφω”. Τότε βγαίνει ο Επιτάφιος της κάθε ενορίας και γυρίζει σε όλο το χωριό ακολουθούμενος από τους πιστούς με κεριά περνώντας μπροστά από τα σπίτια, με τις νοικοκυρές να θυμιάζουν και να ραίνουν με κολόνια. Πριν μπει πάλι στην εκκλησία, τον σηκώνουν ψηλά νέοι του χωριού και περνούν από κάτω όλοι οι πιστοί εύχοντας κάτι για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Το Μ.Σάββατο ξεκινά με την πρώτη Ανάσταση και τις καμπάνες να ηχούν χαρούμενα! Οι δουλειές πολλές! Να ετοιμαστεί η μαγειρίτσα, το παραδοσιακό φαγητό της Λαμπρής το “μαστέλο” για να μπει στο φούρνο με τα ξύλα από το βράδυ, ώστε να ειναι έτοιμο την Κυριακή του Πάσχα το πρωί, να στρωθεί το τραπέζι πριν ξεκινήσει η οικογένεια να πάει στην εκκλησία το βράδυ για να λάβει το Άγιο Φως και να ευχηθεί “Χριστος Ανέστη”.
Τα τελευταία χρόνια πολλά χωριά όπως η Απολλωνία και το Κ.Πετάλι εκτός από βαρελότα (τα περισσότερα αυτοσχέδια) έχουν και φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα που φωτίζουν όλον τον ουρανό!
ΙούδαςΤην ημέρα του Πάσχα, οι καμπάνες δεν σταματούν να χτυπούν. Μέσα στην γιορτινή αυτή ατμόσφαιρα ο κόσμος τρώει και πίνει σχεδόν όλη μέρα.  Το πρωί της κυριακής του Πάσχα στο Μοναστήρι της Βρύσης γίνεται η Ακολουθία της Αγάπης. Μετά το τέλος της ο παππάς μοιράζει στους πιστούς κόκκινα αυγά. Το απόγευμα γίνεται το κάψιμου του Ιούδα. Οι νέοι ετοιμάζουν το ομοίωμα του Ιούδα και το περιφέρουν στις πλατείες του νησιού για να το κάψουν τελικά στην πλατεία της Απολλωνίας (Σταυρί). Μετά ακολουθεί μουσική από σιφναίικο τακίμι και κέρασμα με αμυγδαλωτά και παραδοσιακή μελόπιτα, τοπικό πασχαλινό γλύκισμα.

Σας εύχομαι Καλό Πάσχα με υγεία!

:-)



Δημοσιεύθηκε στο: on Απριλίου 15, 2009 at 4:58 μμ Σχόλιο (1)

“Φλάρος”

Φλάρος όπως λέμε “τον κακό σου τον φλάρο”!!

:-)

Φλάρος στην καμινάδα

Φλάρος λεγόνταν ο ιερέας της Καθολικής εκκλησίας και προέρχεται από το μεσαιωνικό Φράρος/Βενετικά Frar. Μια κατάρα είναι και η φράση “Τον κακό σου τον φλάρο”. Στη Σίφνο, όπου και υπήρχε πολύ καθολικό στοιχείο, Φλάρο λένε τη Σιφνέικια κεραμική σόμπα με τα τρία στόμια, η οποία κρατάει πολύ τη φωτιά και μια και είχε φωτιά, μαύριζε απ’ αυτήν κι έμοιαζε με τα μαύρα καθολικά ράσα. Από το βιβλίο Λέξεις και Φράσεις

Στο νησί μου εννοούν το ανώτερο τμήμα, το “καπάκι” της καμινάδας που προστατεύει το τζάκι από τα νερά της βροχής. Από αυτό εξαρτάται κατά πόσο καλοφτιαγμένος ήταν, αλλά και κατά πόσο θα “ρούφαγε” τον καπνό έξω από το σπίτι. Σε αντίθετη περίπτωση όλο το σπίτι γέμιζε κάπνα οπότε έλεγαν: “τον κακό σου τον φλάρο”!

Τα φουρνιά του Αιγαίου

της Μ.Θεοδοσοπούλου

Τζώρτζης Νικολάου Μακρυωνίτης, “Ο παραδοσιακός φούρνος στις Κυκλάδες και στα δωδεκάνησα”, Σύρος 2005

Ένας Συριανός, περιπλανώμενος ιστιοπλοϊκώς στο αρχιπέλαγος του Αιγαίου, αναζήτησε τον παραδοσιακό φούρνο σε 43 συνολικά νησιά, 26 των Κυκλάδων και 17 της Δωδεκανήσου. Συγκέντρωσε τις μαρτυρίες νησιωτών, με τους γέροντες και τις γερόντισσες να του κληροδοτούν τους θησαυρούς των αφηγήσεών τους, διάβασε τη σχετική βιβλιογραφία, εντόπισε όσους φούρνους αντέχουν στο χρόνο και τους φωτογράφησε, διασώζοντας τη μνήμη τους για το αύριο που η τουριστική λαίλαπα θα τους έχει ισοπεδώσει, ή, στην καλλίτερη περίπτωση, τους πλέον διακοσμητικούς να τους έχει προσαρμόσει σε νέες χρήσεις. Χωρίς να αποκλείεται, κάποιοι να διασωθούν και ως μουσειακό είδος, έτσι κι αλλιώς, αγνώριστοι, καθώς θα περιτριγυρίζονται από επιφάνειες μπετόν, εντοιχισμένοι ή και παράταιρα φυτεμένοι. Ο Τ. Ν. Μακρυυωνίτης ασχολήθηκε από το 1991 και για κοντά δεκαπέντε χρόνια, ερευνώντας τα ίχνη του παραδοσιακού φούρνου στην μακριά περίοδο που ανοίγεται από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1960.
Των αυτόνομων κεφαλαίων για κάθε ένα νησί προτάσσεται συστηματική εισαγωγή με ιστορικά και κατασκευαστικά στοιχεία. Όπως φαίνεται, πανάρχαιο κτίσμα ο φούρνος, εν χρήσει και πριν 8.000 χρόνια, όπου, σε αυτόν, δεν παρασκευάζονταν, όπως σήμερα, δύο τρία είδη άρτου, αλλά μεγάλη ποικιλία, χαμένη οριστικά από τη γλώσσα, είτε ως ποικιλότητα γεύσεων είτε ως λεκτικός πλούτος. Πέραν αυτών, στο φούρνο έψηναν ανέκαθεν τα φαγητά και παλαιόθεν φρυγάνιζαν καρπούς. Πρωταρχικό στοιχείο του φούρνου η καπνοδόχος, που, στη Σίφνο, αποκαλούν φλάρο, από τον λατινογενή φράρο, ήτοι καλόγερο. Γνωστή και στην χωρίς πανέμορφους πήλινους φλάρους Αθήνα η λαϊκή ρήση, τον κακό σου τον φλάρο . Πέραν των καπνοδόχων, ιδιαίτερη τέχνη απαιτούσε και η κατασκευή του θολωτού, μέχρι την τοποθέτηση της σφήνας, που, τρόπον τινά, κλείδωνε το κτίσμα. Ύστερα, έρχεται το πλήθος των εργαλείων. Και πάλι, τα περισσότερα άγνωστα στον κάτοικο του άστεως. Λησμονημένα μαζί με τις ονομασίες τους, που παρουσιάζουν μια πλούσια ετερομορφία από νησί σε νησί, τροφοδοτώντας σειρά πινάκων το βιβλίο.

Κι αρχίζουν τα επιμέρους κεφάλαια, με τις Κυκλάδες να προηγούνται, ενώ την ακολουθία των νησιών την καθορίζουν οι θαλάσσιοι δρόμοι. Πρώτη η ξέμακρη Ανάφη, όπου τα φουρνιά μαζί με τα ξωκλήσια συνιστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νησιού. Ο συγγραφέας θυμάται ένα ανέκδοτο από τη γενέτειρά του, που λεγόταν για τους Αναφιώτες: «Στο λιμάνι της Ερμούπολης, υπήρχε μια μεγάλη άγκυρα και οι Συριανοί έβαζαν στοιχήματα με ξένους για το αν θα μπορούσαν να τη σηκώσουν. Ένας Αναφιώτης, που τον έλεγαν Χάρο, στοιχημάτισε και με μεγάλη ευκολία σήκωσε την άγκυρα. Όταν τον ρώτησαν από πού είναι, απάντησε κυριολεκτώντας: Είμαι από ένα νησί που είναι τριακόσιοι οι κάτοικοι και εξακόσιοι οι φούρνοι.»
Ακολουθεί η Θηρασιά, σε χωριστό κεφάλαιο από τη Θήρα. Τόσο κοντά, κι όμως σημαντικές οι διαφορές, που αναδεικνύονται μέσα από τη διήγηση, καθώς ο συγγραφέας επεκτείνεται στη συνολικότερη ιστορία ενός τόπου. Σήμα κατατεθέν για τη Μύκονο οι ανεμόμυλοι, αποκαλύπτουν τους μεγάλους φούρνους που υπήρχαν κάποτε, μιά και τα δίπυρα, κοινώς παξιμάδια, έγραψαν ιστορία, εφοδιάζοντας εμπορικά και πολεμικά πλοία, σε ειρηνικές και εμπόλεμες εποχές. Αντί για τα δίπυρα, στη Σαντορίνη, είχαν τη σχίζα, σκληρή και στυφή, ενώ, εκεί, οι ανεμόμυλοι αποτελούσαν συγκροτήματα μαζί με τους φούρνους.

Μια βασική αρετή του βιβλίου είναι πως διαβάζεται ποικιλότροπα, ως αφήγηση, ως τουριστικός οδηγός, αλλά και σαν εμπεριστατωμένη μελέτη. Όπως, μάλιστα, τελευταία ανθούν οι οδηγοί μαγειρικής και τα εγχειρίδια για τις τοπικές κουζίνες, ο Μακρυωνίτης κλέβει την παράσταση και σε αυτό το είδος, καθώς δεν περιορίζεται σε συνταγές γύρω από το ψωμί αλλά απλώνεται και σε διάφορες λιχουδιές που έβγαιναν κάποτε από την κοιλιά του φούρνου.
Όταν ο συγγραφέας επισκέπτεται ένα νησί, δεν αρκείται στους κεντρικούς φούρνους, που σώζονται στο λιμάνι ή τους μεγάλους οικισμούς, αλλά εξερευνά μοναστήρια και απομακρυσμένες περιοχές.

Παραδοσιακός φούρνος

Έτσι, στη Σίφνο, ανακαλύπτει ένα χαρακτηριστικό φουρνόσπιτο στο εσωτερικό του νησιού, ανάμεσα σε δύο εκκλησίδρια, τον Άγιο Γαλάτη και τον Άγιο Λάζαρο. Τοσοδούλικο, με πλάτος λιγότερο από ένα μέτρο, στεγάζει αντικριστά το φούρνο και το τζάκι για το μαγείρεμα. Πάντα στη Σίφνο, φωτογραφίζει και τον τελευταίο αγγειοπλάστη, που κρατά τους παραδοσιακούς τρόπους, τον Κώστα Δεπάστα στη Χερρόνησο, το βορειότερο μέρος του νησιού, που μόλις προ τριετίας απέκτησε ασφαλτοστρωμένη πρόσβαση.
Με το εκτενές κεφάλαιο για τη Σύρο, όπου οι φούρνοι αποτελούν μακρινό παρελθόν, συμπληρώνονται οι Κυκλάδες, για να αρχίσουν οι διηγήσεις από τα Δωδεκάνησα. Την Κάλυμνο, που, παλαιότερα, το είχαν για καλό, το μωρό να κοιμηθεί στη σκάφη του ζυμώματος, με κεράσματα ολόγυρά του, ώστε να ευφρανθούν οι τρεις μοίρες και να το καλοτυχίσουν. Την Κάρπαθο, με τις Ολυμπίτισσες, που σπέρνουν και θερίζουν, τρώνε το κρίθινο ψωμί και ροδοκοκκινίζουν . Την Αστυπάλαια, με τα βήσσαλα να κοσμούν τα δάπεδα των φούρνων και των αυλών. Το Καστελόριζο, που κάποτε είχε 12.000 κατοίκους και 4.000 φούρνους, και σήμερα μετριούνται 250 και μερικοί ερειπωμένοι φούρνοι. Ακόμη, όλο και βρίσκεις απομεινάρια φούρνων στη Λέρο, την Πάτμο, την Κω ή και τη Ρόδο, πάντως τα ίχνη είναι περισσότερα όσο μικρότερο το νησί.

Αν και ορισμένες φορές, μεταγενέστερες τροποποιήσεις κάνουν τους φούρνους αγνώριστους, όπως συνέβη στο Μεγάλο Χωριό και τα Λειβάδια της Τήλου. Ωστόσο, αρκετοί φούρνοι διασώζονται ανέπαφοι στο προ πολλού εγκαταλελειμμένο Μικρό Χωριό του νησιού, να ονειρεύονται χόντρο με τσικνιστό. Αντίθετα, στην αγριωπή Κάσο, οι φούρνοι επέζησαν, φτιαγμένοι με σπασμένα κεραμίδια, λάσπη και κοκκινόχωμα. Ενώ, στην ακριτική αλλά τουριστικοποιημένη Σύμη, απέμειναν για παρηγοριά σχετικές παροιμίες και οι αναμνήσεις των πρεσβύτερων.
Ένα πολύτιμο βιβλίο αναφοράς και τέρψης, που δεν προβλήθηκε, όσο του άξιζε από τον αθηναϊκό Τύπο. Εκτός από τους μελετητές που θα παραδειγματιστούν από τη δουλειά ενός ερασιτέχνη, θα το συστήναμε σε όλους αυτούς τους Αθηναίους και λοιπούς Ελλαδίτες, που παραδέρνουν στις αιγαιοπελαγίτικες παραλίες, προσπαθώντας να διασκεδάσουν την πλήξη τους. Τελικά, τα νησιά μας κρύβουν έναν μαγικό κόσμο και το φουρνί συνιστά ένα από τα ιδιαίτερα στοιχεία του.

ΠΗΓΗ: Η ΕΠΟΧΗ, 11.09.2005

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 25, 2009 at 5:22 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

Αγγειοπλαστική Μέρος Β’

Κάνουν τέχνη με σιφναίικο χώμα

Της Μαρίας Ανδιώτη

Καμίνι

Από τους Σιφνιούς που διατηρούν την τέχνη των προγόνων τους, ο Γιάννης Ποδότας δουλεύει με μαστοριά και μεράκι το σιφναίικο χώμα, πλάθοντας αντικείμενα μοναδικής ομορφιάς και τέχνης. Δίπλα από το εργαστήριό του με τον ηλεκτρικό φούρνο, στις Καμάρες, διατηρεί το παλιό καμίνι «για να το βλέπουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλιοί» τις εποχές που Σιφνιός σήμαινε αγγειοπλάστης, τσικαλάς ή κανατάς.

Σκύβει πάνω από τις δεξαμενές, τις καρούτες, όπως τις λέει, αναμιγνύοντας το χώμα με το νερό. Θα πρέπει να περιμένει δύο 24ωρα για να βγάλει το νερό με το σουρωτήρι, αφού κατακάτσει το χώμα, το οποίο και θα μεταφέρει σε άλλη καρούτα, στην αποθήκη, σκεπάζοντάς το με νάιλον για να διατηρηθεί. Στη συνέχεια θα βάλει το υλικό στο ζυμωτήριο για να του δώσει σχήμα με τον τροχό. «Θα το αφήσω να ξεραθεί και με διάφορα σμάλτα για χρώμα θα το ψήσω μια φορά στους 950 βαθμούς και μια δεύτερη στους 1.000».

Γιάννης Ποδότας

Το νησί είχε 72 καμίνια πριν από τον πόλεμο, τότε που όλες οι ταυτότητες των ντόπιων έγραφαν επάγγελμα «αγγειοπλάστης» και ακόμη κι ο κουβαλητής του υλικού πάλι ως αγγειοπλάστης καταγραφόταν. Σήμερα λειτουργούν δεκαέξι εργαστήρια –όλα με ηλεκτρικό φούρνο– στις Καμάρες, στο Βαθύ, στον Πλατύ Γιαλό, στο Κάτω Πετάλι, στον Αρτεμώνα και στη Χερρόνησο και ο ανταγωνισμός δεν έχει να κάνει με το Σιφνιό συνάδελφο αλλά με τα κινέζικα προϊόντα, που φτάνουν σωρηδόν στη χώρα και πωλούνται φθηνά.

Η τέχνη είχε περάσει ήδη μια κρίση στο νησί, όταν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μεγάλος αριθμός αγγειoπλαστών το εγκατέλειπε για χάρη της Αθήνας, με κατάληξη την παρακμή των τσικαλαριών της Σίφνου. Οι περισσότεροι τεχνίτες εγκαταστάθηκαν στο Μαρούσι και στις γύρω περιοχές, αλλά τα επόμενα χρόνια η αυξανόμενη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή περιόρισε έτσι κι αλλιώς σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία των παραδοσιακών αγγειοπλαστικών εργαστηρίων σε όλη την Ελλάδα. Την ανάσταση των τσικαλαριών στη Σίφνο έφερε η δεκαετία του ’70, με την τουριστική ανάπτυξη, και από τότε η παραγωγή των νέων αγγειοπλαστικών προϊόντων έχει τροποποιηθεί για τις ανάγκες των τουριστών.

Εσωτερικά το καμίνι

Ετσι, από τα παραδοσιακά σιφναίικα σκεύη –το μαστέλο, που κάποτε εξήγε μαζικά το νησί, και το πυρίμαχο τσικάλι, ξακουστό για την ανθεκτικότητά του στη φωτιά, όπου σιγοψήνεται ακόμη η περίφημη ρεβιθάδα– οι αγγειοπλάστες πέρασαν σήμερα στη μαζική παραγωγή αναμνηστικών, διακοσμητικών πιατέλων και φλιτζανιών. Κι έμειναν μόνο λίγα παραδοσιακά σχήματα να κατασκευάζονται, για διαφορετική όμως χρήση, όπως η στάμνα, που στολίζει εξοχικές κατοικίες, και ο φλάρος, που, αντί να βρίσκεται στις στέγες των σπιτιών, όπως άλλοτε, χρησιμοποιείται ως φωτιστικό.

ΠΗΓΗ Ελεύθερος Τύπος

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 21, 2009 at 6:41 μμ Σχόλια (2)