Κάθε φορά που τ’ όνειρο
με πάει στο νησί μας
γίνουμε νιός ταξιδευτής
και δουλευτής της ρίμας.
Σαν το γλαρόπουλο πετώ
στο γαλανό και στ’ άσπρο
ξεχύνουμ’ απ’ τη βορεινή
και βρίσκουμαι στο Κάστρο
Κι’ όπως πετώ ανάλαφρα
-καρδιά μου συγκρατήσου-
βλέπω τη Σίφνο από ψηλά
φωλιά του Παραδείσου.
Περνώ από τα Ξάμπελα
κι’ έχω καρδιά θλιμμένη
μα με γλυκαίνει η μορφή
του γέρο Αριστομένη
Στον Αρτεμώνα σταματώ
ζυγιάζομαι με χάρη
κι’ ακούω τον Πραματευτή
του Γιάννη του Γρυπάρη.
Παρακαλώ την Παναγιά
με τ’ άσπρο της ξωκλήσι
ετούτο δω το όνειρο
ποτέ του να μη σβήσει.
Βέλλης Τάκης


