Η Αρχιτεκτονική στην Σίφνο

Η Σίφνος κατέχει μοναδική θέση στο σύμπλεγμα των Δυτικών Κυκλάδων τόσο για το πανέμορφο τοπίο της όσο και για τον ξεχωριστά δομημένο χώρο της. Η κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, τυπική στα περισσότερα Κυκλαδονήσια και αναμφίβολα μοναδική στο είδος της, βρίσκει εδώ την απόλυτη έκφρασή της.

ΘεμωνιάΟι ομοιογενείς κυβιστικοί όγκοι, λουσμένοι από το έντονο φως, ξεδιπλώνονται αρμονικά πάνω στους λόφους και προσφέρουν ένα θέαμα σπάνιας ομορφιάς. Το τοπίο στις πλευρές του νησιού και όπου δεν υπάρχει οικιστική ανάπτυξη, καθορίζεται από άφθονες ξερολιθιές που ακολουθούν την μορφολογία του εδάφους Περιστεριώναςδιασπώντες τις επιφάνειες σε αλεπάλληλες, σχεδόν οριζόντιες, ζώνες. Έτσι, οριοθετούνται πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις, κυρίως προσβάσιμες από αμέτρητα μονοπάτια. Διάσπαρτα είναι παντού τα μικρά αγροτικά οικήματα, οι γνωστές “θεμωνιές”.  Σ’ αυτές διαμένουν περιοδικά κυρίως οι αγρότες κατά την περίοδο των εργασιών τους. Γενικότερα, οι αγροτικές αυτές κατοικίες είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες στα νησιά. Πολλές από αυτές διαθέτουν αρκετούς βοηθητικούς χώρους ενώ απαραίτητη είναι στο εσωτερικό η λεγόμενη “πανωστριά”, δηλαδή το τζάκι. Στον περίγυρο της θεμωνιάς υπάρχει συνήθως το αλώνι, κυρίως λιθόστρωτο, για την σοδειά της χρονιάς. Κοντά στις θεμωνιές, υπάρχουν αρκετοί περιστεριώνες που βρίσκονται στην άκρη των χωραφιών και σε βραχώδεις περιοχές για να μην καταπατούν έστω και σπιθαμή γης που είναι καλλιεργήσιμη. Οι περιστεριώνες αυτοί ομορφαίνουν το χώρο με την ιδιότυπη κατασκευή τους. Σε επίκαιρες θέσεις, κοντά στα οιιστικά σύνολα, βρίσκονται αρκετοί ανεμόμυλοι, εξαίρετα δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής.ΑνεμόμυλοςΟι παραδοσιακοί οικισμοί του νησιού βρίσκονται στο εσωτερικό του και αποτελούν ένα σχεδόν αδιάσπαστο σύμπλεγμα 7 χωριών που βρίσκονται το ένα ακριβώς δίπλα το άλλο. Πρόκειται για τα χωριά Εξάμπελα, Καταβατή, Απολλωνία, Πάνω Πετάλι, Αρτεμώνας, Αϊ Λούκας και Κάτω Πετάλι, που είναι περισσότερο αυτόνομα στο χώρο. Τελείως αυτόνομη θέση επίσης κατέχει ο οικισμός του Κάστρου.Η οργάνωση και η εξέλιξη των κεντρικών οικισμών ανάγεται στα τελευταία χρόνια την Τουρκοκρατίας και πήρε ολοκληρωμένη μορφή τον 19ο αιώνα, όταν πρωτεύουσα του νησιού γίνεται η Απολλωνία. Η βασική πολεοδομική τους διάρθρωση γίνεται γύρω από έναν κεντρικο πεζόδρομο, που διακλαδίζεται από τη μία και την άλλη πλευρά του σε δευτερεύοντες μικρότερους δρόμους. Στους παράδρομους αυτούς η διάταξη των σπιτιών είναι αρκετά ελεύθερη αλλά και συμπαγής. Την ανάγλυφη εικόνα του σιφναϊκού δομημένου περιβάλλοντος αναδεικνύουν μοναδικά τα λιτά και εντυπωσιακά συγχρόνως κυβόσχημα κτίσματα. Μοναδική αισθητική αξία έχουν εξάλλου τα πανέμορφα φροντισμένα πλακόστρωτα με τους ασπρισμένους αρμούς και τα βοηθητικά πεζούλια, όπου οι επισκέπτες μπορούν να αναπαυθούν.Τα σπίτια της Σίφνου είναι κατασκευασμένα από ντόπια κυρίως υλικά, πέτρα και ξύλο. Άφθονη είναι η χρήση του Εξωτερική σκάλαντόπιου σχιστόλιθου στις τοιχοποΐες. Εσωτερικά και εξωτερικά οι τοίχοι είναι επιχρισμένοι με άμμο και ασβέστη που δίνουν αυτό το εντυπωσιακό λευκό, χαρακτηριστικό των Κυκλάδων. Ενδιαφέρον γνώρισμα των κατοικιών είναι το δώμα, μια σύνθετη κατασκευή για την κάλυψη των σπιτιών, ιδιαίτερη χαρακτηριστική.
Στη Σίφνο επικρατεί ο παραδοσιακός τύπος κατοικίας με λίγες παραλαγές. Ιδιαίτερα εντυπωσιακά είναι τα παλιά αρχοντικά, τα περισσότερα χτισμένα από επιφανείς Καστριανούς που έφυγαν από το Κάστρο ή από άλλους εύπορους Σίφνιους ντόπιους ή μετανάστες. Τα αρχοντικά είναι χτισμένα στο πρότυπο των αρχοντικών σπιτιών του Κάστρου ενώ αρκετά από αυτά, κατασκευασμένα κυρίως στο τέλος του 19ου αιώνα, εμφανίζουν έντονα νεοκλασικίζοντα στοιχεία χωρίς να αναιρείται όμως η παραδοσιακή μορφή τους.

Στο εσωτερικό τους, αποτελούνται κυρίως από μία σάλα και δύο κοιτώνες στο βάθος. Ο βασικός αυτός τύπος συναντάται σε διάφορες παραλλαγές με την προσθήκη άλλων βοηθητικών χώρων ή επιπλέον κύριων χώρων και κοιτώνων. Τον ίδιο σχεδόν τύπο διάρθρωσης ακολουθούν και τα μεσαία αστικά σπίτια του νησιού. Πολλά από τα παλιά αρχοντικά διαθέτουν ακόμη εξωτερικό μεγάλο υπαίθριο χώρο καγκελόφραχτο.
Απαραίτητο στοιχείο όμως της σιφναϊκής κατοικίας είναι η αυλή -κλεισμένη συνήθως από χαμηλή μάντρα- ή ο εξώστης, που βρίσκεται σε άμεση λειτουργική σχέση με το σπίτι. Πολλά σπίτια διαθέτουν τα χαρακτηριστικά “στεάδια¨, δηλαδή στεγασμένους υμιυπαίθριους χώρους μπροστά από την είσοδο ενώ συχνά, στο εσωτερικό κυρίως των σπιτιών, χρησιμοποιούνται όμορφα εγκάρσια τοξωτά ανοίγματα, οι “βόλτες”.

ΓούρναΤο σιφναϊκό σπίτι χαρακτηρίζεται από απίστευτη απλότητα. Στο εσωτερικό του υπάρχουν αρκετοί χτιστοί πάγκοι, η απαραίτητη “πανωστριά”, δηλαδή το τζάκι, και τα άκρως αναγκαία έπιπλα. Απαραίτητες είναι οι γούρνες για το πλύσιμο των ρούχων και βέβαια οι στέρνες. Η πλαστική εικόνα των σιφναϊκών οικιών συμπληρώνεται από τα “γείσα”, τις μικρές κλίμακες που οδηγούν στο εσωτερικό τους και τους πανέμορφους “φλάρους”, δηλαδή τις καπνοδόχους. Οι φλάροι είναι συνήθως πήλινοι, απαντούν σε διάφορα σχήματα και αποτελούν πέρα από τη λειτουργική τους χρήση κι ένα θαυμάσιο διακοσμητικό στοιχείο.

Γενικότερα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η αρχιτεκτονική του νησιού προσφέρει στα μάτια του σύγχρονου επισκέπτη μια μοναδική αισθητική απόλαυση.

ΠΗΓΗ  Τουρ. Οδηγός Σίφνου Το Απολλώνιο φως

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαΐου 18, 2009 at 4:14 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

Μαγιάτικο στεφάνι

Μαγιάτικο στεφάνι

Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς έχει να κάνει με την ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, τη βλάστηση. Απότοκο των δοξασιών αυτών είναι το μαγιάτικο στεφάνι στην πόρτα των σπιτιών από διάφορα άνθη και καρπούς.
Την πρώτη μέρα του Μάη, αναζητούμε στη Φύση την ομορφιά και τη δροσιά της Άνοιξης. Κόβουμε λουλούδια από τους αγρούς για να πλέξουμε πολύχρωμα στεφάνια που θα κρεμάσουμε στη συνέχεια στις πόρτες των σπιτιών.
Το έθιμο της Πρωτομαγιάς να στολίζουμε τις πόρτες των σπιτιών με στεφάνια λουλουδιών έρχεται από τα πολύ παλιά χρόνια και τότε συμβόλιζε την υποδοχή της δύναμης της φύσης στο σπιτικό.
Στα μέρη της Μικράς Ασίας σε κάθε στεφάνι έβαζαν, εκτός από λουλούδια ένα σκόρδο για τη βασκανία, ένα αγκάθι για τον εχθρό κι ένα στάχυ για την καλή σοδειά.
Το μαγιάτικο στεφάνι στόλιζε τις πόρτες των σπιτιών ως του Αϊ – Γιαννιού του Θεριστή και τότε το καίγανε στις φωτιές του αγίου.
Το μαγιοστέφανο, φτιάχνεται από εφτά ειδών λουλούδια και έχει δύναμη μαγική-αποτροπιαστική. Σε κάθε στεφάνι βάζουν σκόρδο για τη βασκανία, αγκάθι για τον εχθρό, στάχυ για να φέρει ευφορία.

Καλό Μήνα και Καλή Πρωτομαγιά
:-)

ΠΗΓΗ  ventetta.blogspot.com

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαΐου 1, 2009 at 9:12 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

Μελόπιτα

Η Μελόπιτα είναι το παραδοσιακό γλυκό του Πάσχα. Το φτιάχνουν το Μ.Σάββατο το πρωί για να το προσφέρουν μετά την νηστεία της Σαρακοστής.

Μελόπιτα

Υλικά

1 κιλό ανθοτύρα
6 αυγά
1 ποτήρι μέλι
1 ποτήρι ζάχαρη

Εκτέλεση

Περνάμε τη μυζήθρα από το μύλο ή την τρίβουμε με το πηρούνι. Χτυπάμε όλα τα υλικά στο μίξερ με τη σειρά που είναι γραμμένα μέχρι να γίνει ένα λείο μείγμα.
Βουτυρώνουμε ένα ταψί και πασπαλίζουμε με αλεύρι. Από πάνω ρίχνουμε το μείγμα. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 με 200 βαθμούς για περίπου 1 ώρα.
Λίγο πριν βγάλουμε τη μελόπιτα από τον φούρνο, την πασπαλίζουμε με κανέλα. Την αφήνουμε 2-3 λεπτά ακόμη και την βγάζουμε.

Καλή επιτυχία
:-)

ΠΗΓΗ από το βιβλίο Σιφνέικες Γεύσεις…

Δημοσιεύθηκε στο: on Απριλίου 22, 2009 at 7:59 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

Καλό Πάσχα!

Παναγία ΧρυσοπηγήΦέτος το Πάσχα πέφτει μέσα στην καρδιά της Άνοιξης. Η Σίφνος είναι ήδη πράσινη, με πολλά λουλούδια στολισμένη χάρη στις πολλές βροχές που είχε όλο τον χειμώνα. Οι γιορτινές αυτές μέρες μας καλούν να ξεφύγουμε από την καθημερινότητά μας, να ζωντανέψουμε τις παραδόσεις μας και να γυρίσουμε στις ρίζες μας έστω και για λίγο.
Το Πάσχα στην Σίφνο γιορτάζεται σε ένα μαγευτικό καταπράσινο τοπίο, γεμάτο χρώματα, χριστιανική κατάνοιξη και τους ντόπιους να τηρούν τα Πασχαλινά Ήθη και Έθιμα του τόπου.
Πριν την Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινούν να ασπρίζουν τα σπίτια, τις αυλές με τους παραδοσιακούς αρμούς αλλά και τα σοκάκια, όλα να είναι έτοιμα πριν το σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαϊων. Η Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινά με τις καμπάνες να καλούν τους πιστούς και τις ετοιμασίες των παραδοσιακών τοπικών γλυκισμάτων, όπως είναι τα πασχαλινά “πουλιά”, μικρά τσουρέκια νηστίσιμα σε σχήμα πουλιών και ζώων, τα κουλουράκια αλλά και τα κόκκινα αυγά.
Την Μ.Πέμπτη το βράδυ ψάλλοντε τα 12 Ευαγγέλια. Χαρακτηριστικό είναι το χτύπημα της καμπάνας τόσες φορές Επιτάφιοςόσες και το Ευαγγέλιο που λέγεται. Μετά την ακολουθία της Μ.Πέμπτης οι γυναίκες του χωριού στολίζουν με μυρωδάτα και πολύχρωμα λουλούδια τον Επιτάφιο για να υποδεχτεί το σώμα του Χριστού την Μ.Παρασκευή το πρωί με την Αποκαθήλωση. Την ίδια μέρα οι εκκλησίες μένουν ανοιχτές μέχρι το βράδυ όπου θα αρχίσει η “Ζωή εν Τάφω”. Τότε βγαίνει ο Επιτάφιος της κάθε ενορίας και γυρίζει σε όλο το χωριό ακολουθούμενος από τους πιστούς με κεριά περνώντας μπροστά από τα σπίτια, με τις νοικοκυρές να θυμιάζουν και να ραίνουν με κολόνια. Πριν μπει πάλι στην εκκλησία, τον σηκώνουν ψηλά νέοι του χωριού και περνούν από κάτω όλοι οι πιστοί εύχοντας κάτι για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Το Μ.Σάββατο ξεκινά με την πρώτη Ανάσταση και τις καμπάνες να ηχούν χαρούμενα! Οι δουλειές πολλές! Να ετοιμαστεί η μαγειρίτσα, το παραδοσιακό φαγητό της Λαμπρής το “μαστέλο” για να μπει στο φούρνο με τα ξύλα από το βράδυ, ώστε να ειναι έτοιμο την Κυριακή του Πάσχα το πρωί, να στρωθεί το τραπέζι πριν ξεκινήσει η οικογένεια να πάει στην εκκλησία το βράδυ για να λάβει το Άγιο Φως και να ευχηθεί “Χριστος Ανέστη”.
Τα τελευταία χρόνια πολλά χωριά όπως η Απολλωνία και το Κ.Πετάλι εκτός από βαρελότα (τα περισσότερα αυτοσχέδια) έχουν και φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα που φωτίζουν όλον τον ουρανό!
ΙούδαςΤην ημέρα του Πάσχα, οι καμπάνες δεν σταματούν να χτυπούν. Μέσα στην γιορτινή αυτή ατμόσφαιρα ο κόσμος τρώει και πίνει σχεδόν όλη μέρα.  Το πρωί της κυριακής του Πάσχα στο Μοναστήρι της Βρύσης γίνεται η Ακολουθία της Αγάπης. Μετά το τέλος της ο παππάς μοιράζει στους πιστούς κόκκινα αυγά. Το απόγευμα γίνεται το κάψιμου του Ιούδα. Οι νέοι ετοιμάζουν το ομοίωμα του Ιούδα και το περιφέρουν στις πλατείες του νησιού για να το κάψουν τελικά στην πλατεία της Απολλωνίας (Σταυρί). Μετά ακολουθεί μουσική από σιφναίικο τακίμι και κέρασμα με αμυγδαλωτά και παραδοσιακή μελόπιτα, τοπικό πασχαλινό γλύκισμα.

Σας εύχομαι Καλό Πάσχα με υγεία!

:-)



Δημοσιεύθηκε στο: on Απριλίου 15, 2009 at 4:58 μμ Σχόλιο (1)

“Φλάρος”

Φλάρος όπως λέμε “τον κακό σου τον φλάρο”!!

:-)

Φλάρος στην καμινάδα

Φλάρος λεγόνταν ο ιερέας της Καθολικής εκκλησίας και προέρχεται από το μεσαιωνικό Φράρος/Βενετικά Frar. Μια κατάρα είναι και η φράση “Τον κακό σου τον φλάρο”. Στη Σίφνο, όπου και υπήρχε πολύ καθολικό στοιχείο, Φλάρο λένε τη Σιφνέικια κεραμική σόμπα με τα τρία στόμια, η οποία κρατάει πολύ τη φωτιά και μια και είχε φωτιά, μαύριζε απ’ αυτήν κι έμοιαζε με τα μαύρα καθολικά ράσα. Από το βιβλίο Λέξεις και Φράσεις

Στο νησί μου εννοούν το ανώτερο τμήμα, το “καπάκι” της καμινάδας που προστατεύει το τζάκι από τα νερά της βροχής. Από αυτό εξαρτάται κατά πόσο καλοφτιαγμένος ήταν, αλλά και κατά πόσο θα “ρούφαγε” τον καπνό έξω από το σπίτι. Σε αντίθετη περίπτωση όλο το σπίτι γέμιζε κάπνα οπότε έλεγαν: “τον κακό σου τον φλάρο”!

Τα φουρνιά του Αιγαίου

της Μ.Θεοδοσοπούλου

Τζώρτζης Νικολάου Μακρυωνίτης, “Ο παραδοσιακός φούρνος στις Κυκλάδες και στα δωδεκάνησα”, Σύρος 2005

Ένας Συριανός, περιπλανώμενος ιστιοπλοϊκώς στο αρχιπέλαγος του Αιγαίου, αναζήτησε τον παραδοσιακό φούρνο σε 43 συνολικά νησιά, 26 των Κυκλάδων και 17 της Δωδεκανήσου. Συγκέντρωσε τις μαρτυρίες νησιωτών, με τους γέροντες και τις γερόντισσες να του κληροδοτούν τους θησαυρούς των αφηγήσεών τους, διάβασε τη σχετική βιβλιογραφία, εντόπισε όσους φούρνους αντέχουν στο χρόνο και τους φωτογράφησε, διασώζοντας τη μνήμη τους για το αύριο που η τουριστική λαίλαπα θα τους έχει ισοπεδώσει, ή, στην καλλίτερη περίπτωση, τους πλέον διακοσμητικούς να τους έχει προσαρμόσει σε νέες χρήσεις. Χωρίς να αποκλείεται, κάποιοι να διασωθούν και ως μουσειακό είδος, έτσι κι αλλιώς, αγνώριστοι, καθώς θα περιτριγυρίζονται από επιφάνειες μπετόν, εντοιχισμένοι ή και παράταιρα φυτεμένοι. Ο Τ. Ν. Μακρυυωνίτης ασχολήθηκε από το 1991 και για κοντά δεκαπέντε χρόνια, ερευνώντας τα ίχνη του παραδοσιακού φούρνου στην μακριά περίοδο που ανοίγεται από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1960.
Των αυτόνομων κεφαλαίων για κάθε ένα νησί προτάσσεται συστηματική εισαγωγή με ιστορικά και κατασκευαστικά στοιχεία. Όπως φαίνεται, πανάρχαιο κτίσμα ο φούρνος, εν χρήσει και πριν 8.000 χρόνια, όπου, σε αυτόν, δεν παρασκευάζονταν, όπως σήμερα, δύο τρία είδη άρτου, αλλά μεγάλη ποικιλία, χαμένη οριστικά από τη γλώσσα, είτε ως ποικιλότητα γεύσεων είτε ως λεκτικός πλούτος. Πέραν αυτών, στο φούρνο έψηναν ανέκαθεν τα φαγητά και παλαιόθεν φρυγάνιζαν καρπούς. Πρωταρχικό στοιχείο του φούρνου η καπνοδόχος, που, στη Σίφνο, αποκαλούν φλάρο, από τον λατινογενή φράρο, ήτοι καλόγερο. Γνωστή και στην χωρίς πανέμορφους πήλινους φλάρους Αθήνα η λαϊκή ρήση, τον κακό σου τον φλάρο . Πέραν των καπνοδόχων, ιδιαίτερη τέχνη απαιτούσε και η κατασκευή του θολωτού, μέχρι την τοποθέτηση της σφήνας, που, τρόπον τινά, κλείδωνε το κτίσμα. Ύστερα, έρχεται το πλήθος των εργαλείων. Και πάλι, τα περισσότερα άγνωστα στον κάτοικο του άστεως. Λησμονημένα μαζί με τις ονομασίες τους, που παρουσιάζουν μια πλούσια ετερομορφία από νησί σε νησί, τροφοδοτώντας σειρά πινάκων το βιβλίο.

Κι αρχίζουν τα επιμέρους κεφάλαια, με τις Κυκλάδες να προηγούνται, ενώ την ακολουθία των νησιών την καθορίζουν οι θαλάσσιοι δρόμοι. Πρώτη η ξέμακρη Ανάφη, όπου τα φουρνιά μαζί με τα ξωκλήσια συνιστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νησιού. Ο συγγραφέας θυμάται ένα ανέκδοτο από τη γενέτειρά του, που λεγόταν για τους Αναφιώτες: «Στο λιμάνι της Ερμούπολης, υπήρχε μια μεγάλη άγκυρα και οι Συριανοί έβαζαν στοιχήματα με ξένους για το αν θα μπορούσαν να τη σηκώσουν. Ένας Αναφιώτης, που τον έλεγαν Χάρο, στοιχημάτισε και με μεγάλη ευκολία σήκωσε την άγκυρα. Όταν τον ρώτησαν από πού είναι, απάντησε κυριολεκτώντας: Είμαι από ένα νησί που είναι τριακόσιοι οι κάτοικοι και εξακόσιοι οι φούρνοι.»
Ακολουθεί η Θηρασιά, σε χωριστό κεφάλαιο από τη Θήρα. Τόσο κοντά, κι όμως σημαντικές οι διαφορές, που αναδεικνύονται μέσα από τη διήγηση, καθώς ο συγγραφέας επεκτείνεται στη συνολικότερη ιστορία ενός τόπου. Σήμα κατατεθέν για τη Μύκονο οι ανεμόμυλοι, αποκαλύπτουν τους μεγάλους φούρνους που υπήρχαν κάποτε, μιά και τα δίπυρα, κοινώς παξιμάδια, έγραψαν ιστορία, εφοδιάζοντας εμπορικά και πολεμικά πλοία, σε ειρηνικές και εμπόλεμες εποχές. Αντί για τα δίπυρα, στη Σαντορίνη, είχαν τη σχίζα, σκληρή και στυφή, ενώ, εκεί, οι ανεμόμυλοι αποτελούσαν συγκροτήματα μαζί με τους φούρνους.

Μια βασική αρετή του βιβλίου είναι πως διαβάζεται ποικιλότροπα, ως αφήγηση, ως τουριστικός οδηγός, αλλά και σαν εμπεριστατωμένη μελέτη. Όπως, μάλιστα, τελευταία ανθούν οι οδηγοί μαγειρικής και τα εγχειρίδια για τις τοπικές κουζίνες, ο Μακρυωνίτης κλέβει την παράσταση και σε αυτό το είδος, καθώς δεν περιορίζεται σε συνταγές γύρω από το ψωμί αλλά απλώνεται και σε διάφορες λιχουδιές που έβγαιναν κάποτε από την κοιλιά του φούρνου.
Όταν ο συγγραφέας επισκέπτεται ένα νησί, δεν αρκείται στους κεντρικούς φούρνους, που σώζονται στο λιμάνι ή τους μεγάλους οικισμούς, αλλά εξερευνά μοναστήρια και απομακρυσμένες περιοχές.

Παραδοσιακός φούρνος

Έτσι, στη Σίφνο, ανακαλύπτει ένα χαρακτηριστικό φουρνόσπιτο στο εσωτερικό του νησιού, ανάμεσα σε δύο εκκλησίδρια, τον Άγιο Γαλάτη και τον Άγιο Λάζαρο. Τοσοδούλικο, με πλάτος λιγότερο από ένα μέτρο, στεγάζει αντικριστά το φούρνο και το τζάκι για το μαγείρεμα. Πάντα στη Σίφνο, φωτογραφίζει και τον τελευταίο αγγειοπλάστη, που κρατά τους παραδοσιακούς τρόπους, τον Κώστα Δεπάστα στη Χερρόνησο, το βορειότερο μέρος του νησιού, που μόλις προ τριετίας απέκτησε ασφαλτοστρωμένη πρόσβαση.
Με το εκτενές κεφάλαιο για τη Σύρο, όπου οι φούρνοι αποτελούν μακρινό παρελθόν, συμπληρώνονται οι Κυκλάδες, για να αρχίσουν οι διηγήσεις από τα Δωδεκάνησα. Την Κάλυμνο, που, παλαιότερα, το είχαν για καλό, το μωρό να κοιμηθεί στη σκάφη του ζυμώματος, με κεράσματα ολόγυρά του, ώστε να ευφρανθούν οι τρεις μοίρες και να το καλοτυχίσουν. Την Κάρπαθο, με τις Ολυμπίτισσες, που σπέρνουν και θερίζουν, τρώνε το κρίθινο ψωμί και ροδοκοκκινίζουν . Την Αστυπάλαια, με τα βήσσαλα να κοσμούν τα δάπεδα των φούρνων και των αυλών. Το Καστελόριζο, που κάποτε είχε 12.000 κατοίκους και 4.000 φούρνους, και σήμερα μετριούνται 250 και μερικοί ερειπωμένοι φούρνοι. Ακόμη, όλο και βρίσκεις απομεινάρια φούρνων στη Λέρο, την Πάτμο, την Κω ή και τη Ρόδο, πάντως τα ίχνη είναι περισσότερα όσο μικρότερο το νησί.

Αν και ορισμένες φορές, μεταγενέστερες τροποποιήσεις κάνουν τους φούρνους αγνώριστους, όπως συνέβη στο Μεγάλο Χωριό και τα Λειβάδια της Τήλου. Ωστόσο, αρκετοί φούρνοι διασώζονται ανέπαφοι στο προ πολλού εγκαταλελειμμένο Μικρό Χωριό του νησιού, να ονειρεύονται χόντρο με τσικνιστό. Αντίθετα, στην αγριωπή Κάσο, οι φούρνοι επέζησαν, φτιαγμένοι με σπασμένα κεραμίδια, λάσπη και κοκκινόχωμα. Ενώ, στην ακριτική αλλά τουριστικοποιημένη Σύμη, απέμειναν για παρηγοριά σχετικές παροιμίες και οι αναμνήσεις των πρεσβύτερων.
Ένα πολύτιμο βιβλίο αναφοράς και τέρψης, που δεν προβλήθηκε, όσο του άξιζε από τον αθηναϊκό Τύπο. Εκτός από τους μελετητές που θα παραδειγματιστούν από τη δουλειά ενός ερασιτέχνη, θα το συστήναμε σε όλους αυτούς τους Αθηναίους και λοιπούς Ελλαδίτες, που παραδέρνουν στις αιγαιοπελαγίτικες παραλίες, προσπαθώντας να διασκεδάσουν την πλήξη τους. Τελικά, τα νησιά μας κρύβουν έναν μαγικό κόσμο και το φουρνί συνιστά ένα από τα ιδιαίτερα στοιχεία του.

ΠΗΓΗ: Η ΕΠΟΧΗ, 11.09.2005

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 25, 2009 at 5:22 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

Αγγειοπλαστική Μέρος Β’

Κάνουν τέχνη με σιφναίικο χώμα

Της Μαρίας Ανδιώτη

Καμίνι

Από τους Σιφνιούς που διατηρούν την τέχνη των προγόνων τους, ο Γιάννης Ποδότας δουλεύει με μαστοριά και μεράκι το σιφναίικο χώμα, πλάθοντας αντικείμενα μοναδικής ομορφιάς και τέχνης. Δίπλα από το εργαστήριό του με τον ηλεκτρικό φούρνο, στις Καμάρες, διατηρεί το παλιό καμίνι «για να το βλέπουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλιοί» τις εποχές που Σιφνιός σήμαινε αγγειοπλάστης, τσικαλάς ή κανατάς.

Σκύβει πάνω από τις δεξαμενές, τις καρούτες, όπως τις λέει, αναμιγνύοντας το χώμα με το νερό. Θα πρέπει να περιμένει δύο 24ωρα για να βγάλει το νερό με το σουρωτήρι, αφού κατακάτσει το χώμα, το οποίο και θα μεταφέρει σε άλλη καρούτα, στην αποθήκη, σκεπάζοντάς το με νάιλον για να διατηρηθεί. Στη συνέχεια θα βάλει το υλικό στο ζυμωτήριο για να του δώσει σχήμα με τον τροχό. «Θα το αφήσω να ξεραθεί και με διάφορα σμάλτα για χρώμα θα το ψήσω μια φορά στους 950 βαθμούς και μια δεύτερη στους 1.000».

Γιάννης Ποδότας

Το νησί είχε 72 καμίνια πριν από τον πόλεμο, τότε που όλες οι ταυτότητες των ντόπιων έγραφαν επάγγελμα «αγγειοπλάστης» και ακόμη κι ο κουβαλητής του υλικού πάλι ως αγγειοπλάστης καταγραφόταν. Σήμερα λειτουργούν δεκαέξι εργαστήρια –όλα με ηλεκτρικό φούρνο– στις Καμάρες, στο Βαθύ, στον Πλατύ Γιαλό, στο Κάτω Πετάλι, στον Αρτεμώνα και στη Χερρόνησο και ο ανταγωνισμός δεν έχει να κάνει με το Σιφνιό συνάδελφο αλλά με τα κινέζικα προϊόντα, που φτάνουν σωρηδόν στη χώρα και πωλούνται φθηνά.

Η τέχνη είχε περάσει ήδη μια κρίση στο νησί, όταν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μεγάλος αριθμός αγγειoπλαστών το εγκατέλειπε για χάρη της Αθήνας, με κατάληξη την παρακμή των τσικαλαριών της Σίφνου. Οι περισσότεροι τεχνίτες εγκαταστάθηκαν στο Μαρούσι και στις γύρω περιοχές, αλλά τα επόμενα χρόνια η αυξανόμενη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή περιόρισε έτσι κι αλλιώς σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία των παραδοσιακών αγγειοπλαστικών εργαστηρίων σε όλη την Ελλάδα. Την ανάσταση των τσικαλαριών στη Σίφνο έφερε η δεκαετία του ’70, με την τουριστική ανάπτυξη, και από τότε η παραγωγή των νέων αγγειοπλαστικών προϊόντων έχει τροποποιηθεί για τις ανάγκες των τουριστών.

Εσωτερικά το καμίνι

Ετσι, από τα παραδοσιακά σιφναίικα σκεύη –το μαστέλο, που κάποτε εξήγε μαζικά το νησί, και το πυρίμαχο τσικάλι, ξακουστό για την ανθεκτικότητά του στη φωτιά, όπου σιγοψήνεται ακόμη η περίφημη ρεβιθάδα– οι αγγειοπλάστες πέρασαν σήμερα στη μαζική παραγωγή αναμνηστικών, διακοσμητικών πιατέλων και φλιτζανιών. Κι έμειναν μόνο λίγα παραδοσιακά σχήματα να κατασκευάζονται, για διαφορετική όμως χρήση, όπως η στάμνα, που στολίζει εξοχικές κατοικίες, και ο φλάρος, που, αντί να βρίσκεται στις στέγες των σπιτιών, όπως άλλοτε, χρησιμοποιείται ως φωτιστικό.

ΠΗΓΗ Ελεύθερος Τύπος

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 21, 2009 at 6:41 μμ Σχόλια (2)

Αγγειοπλαστική Μέρος Α’

Παραδοσιακός Αγγειοπλάστης Πρωτεύουσα θέση στη ζωή των Σίφνιων και γενικότερα στην οικονομία του νησιού κατέχει η αγγειοπλαστική. Στην ανάπτυξή της σημαντικό ρόλο έπαιξε η γεωλογική ιδιομορφία του τόπου και ιδιαίτερα ο πλούτος σε κοιτάσματα αργίλου που αποτελούσαν και την πρώτη ύλη για την κατασκευή αγγείων. Η δραστηριότητα αυτή των κατοίκων γνώρισε μεγάλη άνθιση κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού. Από την αρχή επιδέξιοι Σίφνιοι αγγειοπλάστες επιδόθηκαν στην κατασκευή χρηστικών αντικειμένων που κάλυπταν κυρίως τις οικιακές ανάγκες τους αλλά και τις ανάγκες των ελαιοπαραγωγών, των γεωργών και των κτηνοτρόφων. Έτσι, κατασκεύαζαν αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως πιάτα, φλιτζάνια, ποτήρια, κανάτες και κυρίως στάμνες για τη μεταφορά νερού καθώς και τα περίφημα «τσικάλια», που ήταν ειδικά σκεύη για μαγείρεμα.

Στην αρχή, τα αγγειοπλαστεία βρίσκονταν στους κεντρικούς οικισμούς του νησιού, κυρίως στην ενδοχώρα, αργότερα όμως και μετά την απελευθέρωση του 1821 σπουδαία αγγειοπλαστεία αναπτύχθηκαν σε παραλιακές θέσεις, στις Καμάρες, στο Βαθύ, στον Πλατύ Γιαλό, στο Φάρο, στη Χερρόνησο και στα Σεράλια Κάστρου.

Η τέχνη γνώρισε απίστευτη άνθηση και το μεράκι των Σίφνιων σιγά-σιγά διοχετεύτηκε και σε καλλιτεχνικές δημιουργίες παράγοντας μοναδικά κομψοτεχνήματα. Το «Σίφνιος» έγινε συνώνυμο του «τσικαλά», του «κανατά» και γενικότερα του αγγειοπλάστη.

cf84cf83ceb9cebaceaccebbceb9ceb11


Παράλληλα, τα δημιουργήματα της αγγειοπλαστικής άρχισαν να μεταπωλούνται και σε άλλες αγορές κυρίως μέσω των θαλάσσιων δρόμων. Έτσι ξεκινά μια λαμπρή περίοδος εξαγωγής των σιφνέικων κεραμικών που ενίσχυσε σημαντικά την οικονομία του τόπου. Η δραστηριότητα όμως αυτή δεν μπορούσε να μείνει περιορισμένη στο νησί. Με την πάροδο του χρόνου, οι αγγειοπλάστες πληθαίνουν και η παραγωγή αρχίζει να υπερβαίνει τις ανάγκες. Έτσι αρχίζουν και οι πρώτες οικονομικές δυσκολίες. Ζήτηση όμως πάντα υπήρχε μιας και η τέχνη ήταν πλέον αρκετά διαδεδομένη σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο. Έτσι αρχίζει η έξοδος των Σίφνιων αγγειοπλαστών σε άλλες περιοχές που συχνά συνοδεύεται κι από την εκεί μόνιμη εγκατάστασή τους. Εγκαθίστανται λοιπόν στα γύρω Κυκλαδονήσια αλλά και στη Θάσο, Σκόπελο, Σάμο, Λέσβο, Χίο, Κρήτη, αλλά και στα νησιά του Αργοσαρωνικού. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα, τόποι εγκατάστασής τους είναι η Σπάρτη, η Καλαμάτα, ο Πύργος Ηλείας, η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, η Χαλκίδα κ.α.


Τσουκαλάς

Ενδιαφέρουσα και παραγωγική είναι  εγκατάσταση των Σίφνιων στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, κυρίως στον Πειραιά και στο Μαρούσι. Η εγκατάσταση δε των Σίφνιων τσικαλάδων στο Μαρούσι υπήρξε ομαδική και παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Η παράδοση αναφέρει ως πρώτο αγγειοπλάστη των Σίφνιων, τον Αγγελή Δ. Παλαιό. Ονομαστοί είναι μέχρι σήμερα και οι Σίφνιοι κανατάδες που μετέφεραν το νερό από το Μαρούσι στην Αθήνα. Από τότε το Μαρούσι αποτελεί κέντρο της σιφνέικης κεραμικής. Εκτός όμως από τους Σίφνιους εκείνους που αποδημούσαν μόνιμα σε άλλους τόπους, υπήρχε και μια μεγάλη μερίδα τεχνιτών που έφευγαν τους θερινούς μόνο μήνες για άλλους τόπους, εξασκούσαν εκεί την τέχνη τους, τροφοδοτούσαν την αγορά και το χειμώνα επέστρεφαν στο νησί. Με όποιο τρόπο πάντως κι αν  ασκούνταν η αγγειοπλαστική αποτελούσε βασική πηγή εσόδων, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στάμνες

ΠΗΓΗ Τουρ. Οδηγός Σίφνου Το Απολλώνιο φως

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 20, 2009 at 10:30 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

Ξερολιθιές


Μικρά Αρχιτεκτονικά Θαύματα… στα αζήτητα
Tης ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΥ
φωτογραφίες ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ, ΠΑΥΛΟΣ ΦΥΣΑΚΗΣ

Πεζούλεςphoto by sifno’s weblog

Αιώνες τώρα μετατρέπει άγονα εδάφη σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, συγκρατεί το νερό και κάνει άνυδρους τόπους, φιλόξενους και αρχιτεκτονικά ξεχωριστούς. Σήμερα, η ξερολιθιά -η παραδοσιακή τεχνική κατασκευής τοιχώματος μόνο από πέτρα- εγκαταλείπεται. Το να μην αφήσουμε να χαθούν αυτά τα μικρά αρχιτεκτονικά «θαύματα» δεν είναι μόνο ζωτικό για τα νησιά μας, αλλά αποτελεί και μέγιστο θέμα πολιτισμού.

Oι περισσότεροι από μας, παιδιά της πόλης, τις αντιμετωπίζουμε ως ένα γραφικό στολίδι των νησιών. Οχι αδίκως. Η συμμετρία των πέτρινων όγκων της ξερολιθιάς είναι τόσο αρμονικά δεμένη με το περιβάλλον που μοιάζει να είναι αποτέλεσμα μιας φυσικής διεργασίας και όχι της επέμβασης του ανθρώπου.

Οι ξερολιθιές, όμως, αυτοί οι πέτρινοι τοίχοι αντιστήριξης που κρατάνε τις πεζούλες στα νησιά, οι μάντρες και οι φράχτες που χωρίζουν ιδιοκτησίες και ακολουθούν τα καλντερίμια, ακόμα και οι στάβλοι, οι αποθήκες και οι μύλοι, που φτιάχνονται εδώ και αιώνες στα νησιά του Ιονίου, του Αιγαίου, αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα, μόνο με πέτρα, χωρίς κανένα συνδετικό υλικό -όπως τσιμέντο ή λάσπη- να τις ενώνει, δεν είναι μόνον αισθητικά εξαιρετικές αλλά ζωτικές για τους τόπους και τους κατοίκους τους.

Πώς θα ήταν τα νησιά μας χωρίς ξερολιθιές; Αγονοι ορεινοί όγκοι, μέρη ρημαγμένα από τον αέρα, αφιλόξενα για τον άνθρωπο και για τις δραστηριότητές του. Δεν είναι υπερβολές. «Το χώμα στα νησιά είναι λίγο και η κατωφέρεια μεγάλη», λέει στο ΟΙΚΟ ο λαογράφος, Αλέκος Φλωράκης, που εργάζεται στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας που ετοιμάζει η Τράπεζα Πειραιώς στην Τήνο. «Αν δεν υπήρχαν αναβαθμίδες ή τράφοι, όπως τις λέμε εδώ, θα ήταν αδύνατον να επιβιώσει ο ντόπιος πληθυσμός».

Στην Τήνο, δεν υπάρχει βουνό χωρίς τους δαντελωτούς πέτρινους σχηματισμούς. Αυτό που λέμε ελληνικό νησί δεν αποτελείται μόνο από καφέ χώμα και γαλάζια θάλασσα αλλά κυρίως από πέτρες. Πέτρες τιθασευμένες από τον άνθρωπο, τοποθετημένες με τάξη και αρμονία η μία πάνω στην άλλη, η μία δίπλα στην άλλη με σφήνες ή χωρίς, δεμένες μεταξύ τους με τους νόμους της ισορροπίας και της βαρύτητας, στέκουν αιώνιοι τοποτηρητές. Δημιουργούν ασύμμετρα γεωμετρικά σχήματα, επιβάλλουν τη δική τους αρχιτεκτονική τοπίου, στρίβουν, ανηφορίζουν ακολουθώντας το ανάγλυφο του εδάφους.

Σε όλη τους την περιπλάνηση επιμένουν στα κυκλικά και παράγωνα σχήματα και αποφεύγουν τις απόλυτες ευθείες και τις αυστηρές γραμμές των σύγχρονων γεωργικών παραγωγικών μονάδων. Αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η έλλειψη συνδετικού υλικού, παράλληλα, τους δίνει τη δυνατότητα να προσαρμόζονται στην πίεση του εδάφους και του νερού, δημιουργώντας παραμορφώσεις. Σαν να έχουν ζωή, αλλάζουν σχήματα και γραμμές ανάλογα με τις συνθήκες. Ταυτόχρονα, αν για κάποιο λόγο καταστραφούν σε ένα σημείο, δεν πέφτουν ολόκληρες ούτε χρειάζονται συνολική αποκατάσταση του τοιχώματος, όπως με το τσιμέντο. Ουσιαστικά μιλάμε για μικρά αρχιτεκτονικά «θαύματα» που δυστυχώς όσο περνούν τα χρόνια χάνονται παράλληλα με την απομάκρυνση των νησιωτών από τον πρωτογενή τομέα και την εγκατάλειψη της υπαίθρου.

Πριν από μερικές δεκαετίες η αποκατάσταση της ξερολιθιάς αντιστήριξης αποτελούσε μέρος της ετήσιας ρουτίνας των αγροτών. Ο κ. Γιάννης Ψάλτης, προέδρος του Περιβαλλοντικού Συλλόγου «Φίλοι του Πρασίνου» στην Τήνο, θυμάται: «Τον Οκτώβριο, που δεν είχαμε πολλές αγροτικές εργασίες, ο πατέρας μου συγκέντρωνε όλη την οικογένεια για να φτιάξουμε τις βουλίστρες ή β’λίστρες, όπως λέμε στην τηνιακή ντοπιολαλιά τα κατεστραμμένα κομμάτια της ξερολιθιάς».

Σήμερα οι βουλίστρες είναι πολύ περισσότερες από τις «καλοστεκούμενες» ξερολιθιές. Η τεχνική που ακολουθείται από την εποχή την προϊστορικών χρόνων και η διατήρηση της οποίας δεν είναι μόνο χρήσιμη, αλλά αποτελεί μέγιστο θέμα πολιτισμού, χάνεται. Ο εφησυχασμός ότι δεν χρειάζεται πια να παράγουμε τοπικά προϊόντα ούτε να κρατήσουμε τα νερά μας, γιατί μπορούμε να τα αγοράσουμε και τα δύο από άλλα μέρη, καθώς και η πλήρης αδιαφορία της Πολιτείας για τη διάσωσή τους, έχει μετατρέψει τις ξερολιθιές σε ερείπια. Ετσι, σήμερα, τόνοι νερού και γόνιμου εδάφους χάνονται κάθε χρόνο στη θάλασσα, την ώρα που οι νησιώτες χρυσοπληρώνουν τα προϊόντα διατροφής και παρακαλάνε για λίγο υφάλμυρο νερό που έρχεται με την υδροφόρα…

Τρεις λόγοι για τους οποίους είναι πολύτιμη!

1 Συγκρατεί το χώμα και επιτρέπει την ανάπτυξη της γεωργίας σε περιοχές που διαφορετικά θα φύτρωναν μόνο φρύγανα και αγκάθια – αν δεν ήταν εντελώς γυμνές από βλάστηση εξαιτίας των ανέμων. Με την πέτρα ο άνθρωπος κατάφερε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα του επέτρεπαν να επιβιώσει σε δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες και σε αφιλόξενα εδάφη. Τα νησιά του Αιγαίου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, γιατί μπορεί η θάλασσα να αποτελούσε για τους νησιώτες την βασική ανδρική απασχόληση, αλλά οι εναπομείναντες έπρεπε να εξασφαλίσουν τροφή όλο το χρόνο και ίσως να ενισχύσουν τα εισοδήματά τους όταν αυτό ήταν εφικτό. Μην ξεχνάμε ότι οι μεταφορές αγαθών δεν ήταν τόσο διαδεδομένο φαινόμενο όσο σήμερα και η βασική προϋπόθεση για την επιβίωση ήταν η αυτάρκεια σε είδη διατροφής. Οι ξερολιθιές μετέτρεπαν τα επικλινή εδάφη σε επίπεδα και δημιουργούσαν έτσι καλλιεργήσιμη γη. Στις πεζούλες ή αναβαθμίδες αυτές οι νησιώτες καλλιεργούσαν σχεδόν τα πάντα. Κηπευτικά, σιτάρι, όσπρια, αλλού ελιές, αμπέλια και συκιές, ακόμα και αμυγδαλιές στα Επτάνησα που το επιτρέπει το κλίμα. Τα ξηρικά ντοματάκια Σαντορίνης, οι άνυδρες μελιτζάνες, το ξυλάγγουρο, τα πράσινα φασολάκια αποτελούν μερικά από τα πιο γνωστά προϊόντα των νησιών. Ακόμα και βαμβάκι είχαν καταφέρει να καλλιεργήσουν στα χωράφια τους οι νησιώτες με τη σωστή χρήση της πέτρας.

2 Συγκρατεί το νερό της βροχής επιτελώντας ένα διπλό καθήκον. Αφ’ ενός δεν αφήνει το γόνιμο έδαφος να διαβρωθεί και να παρασυρθεί προς τη θάλασσα και αφ’ ετέρου συγκρατεί το πολύτιμο νερό που αργότερα θα καταλήξει σε χειμάρρους, αφού πρώτα έχει ποτίσει πολύ καλά το έδαφος. Σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο χτισίματος των αναβαθμίδων στην Τήνο, οι αγρότες δημιουργούσαν μια κλίση στο έδαφος προς το εσωτερικό και ένα περίπου μέτρο πριν από την επόμενη ξερολιθιά άνοιγαν ένα αυλάκι. «Εκεί θα κατέληγε η περίσσεια του νερού – το νερό δηλαδή που περίσσευε αφού είχε πετύχει όλη την καθίζηση που είναι δυνατόν να πετύχει», λέει ο κ. Ματθαίος Βίλλας, γεωπόνος από την Τήνο. «Το αυλάκι αυτό λέγονταν ξερεματιστής γιατί οδηγούσε το νερό στο διπλανό πέτρινο μονοπάτι-κανάλι και από εκεί στο ρέμα, όπου είχαν χτίσει μικρά φράγματα, με ξερολιθιά και λάσπη στο εσωτερικό, για να συγκρατήσουν το περισσευούμενο νερό του χειμώνα για τις καλοκαιρινές καλλιέργειες». Ενας κύκλος ζωής που διαιωνίζεται με τη βοήθεια της πέτρας, της ανθρώπινης επινοητικότητας και τεχνικής.

3 Αποτελούν καταφύγιο της άγριας ζωής, αν εστιάσουμε μόνο στον ρόλο τους ως δίκτυα που προσφέρουν ευνοϊκές συνθήκες ζωής τόσο για την πανίδα όσο και τη χλωρίδα της περιοχής. Στις κοιλότητές τους συναντάμε πολλά είδη λειχήνων που επιτρέπουν αργότερα την εγκατάσταση ανώτερων ειδών, ενώ βρίσκουμε και πολυάριθμα είδη φυτών και ζώων. Εκεί φύονται φυτά όπως ο αμάραντος, το σαπουνόχορτο, και ανάλογα με το κλίμα και την απόσταση από τη θάλασσα, μπορεί να συναντήσουμε αμπέλια και συκιές. Στους βιότοπους αυτούς συχνάζουν επίσης διάφορα είδη σαύρας, φίδια και σαλιγκάρια, ενώ στις σχισμές περνούν στη χειμερία νάρκη πολλά έντομα όπως οι γνωστές μας πασχαλίτσες. Εκεί συντελούνται και τα διάφορα στάδια μεταμόρφωσης της πεταλούδας, οι αράχνες βρίσκουν την τροφή τους και στις μεγάλες κοιλότητες μπορεί να βρούμε σκαντζόχοιρους, τρωκτικά ακόμα και πουλιά. Ενας ολόκληρος βιότοπος συντηρείται ανάμεσα στις πέτρες και προστατεύεται εκεί από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο.

Ξερολιθιέςphoto by sifnos’s weblog


Ένας από τους τελευταίους «πετράδες» αποκαλύπτει τα μυστικά της ξερολιθιάς

ΧτίστηςΟ κύριος Γιάννης Δελατόλας ή Ντουλάς, όπως είναι το παρατσούκλι του, είναι 77 χρόνων, έχει τρία παιδιά, έξι εγγόνια αλλά αυτό δεν τον σταματά από το να βρίσκεται συνέχεια στα χωράφια για δουλειές. Εχει καμιά εικοσαριά κατσίκες που πρέπει να προσέχει αλλά και κότες, κουνέλια, δυο «δαμαλίδια», όπως λένε τις μικρές θηλυκές γελάδες, πολλά κουνέλια, πρόβατα και ένα γαϊδουράκι. Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι ασχολίες του. Ο μαστρο-Γιάννης συνεχίζει να καλλιεργεί τον μπαξέ που έχει, και σαν παλιός πετράς -μάστορας της πέτρας- συνεχίζει να μαστορεύει όταν του δοθεί η ευκαιρία και όταν βρει μεροκάματο.

Δεν φτάσαμε τυχαία σ’ αυτόν. Αλλωστε, είναι μια ξεχωριστή περίπτωση μάστορα στην Τήνο, όχι μόνο γιατί είναι από τους λίγους εναπομείναντες πετράδες αλλά γιατί είναι αυτός που δούλεψε για την αποκατάσταση 110 περιστερώνων του νησιού με τον παραδοσιακό τρόπο αλλά και στην αποκατάσταση των ξερολιθιών με ένα πρόγραμμα LIFE που είχε εγκριθεί παλιότερα.

Η εμπειρία αυτή είναι προϊόν της αγάπης του για την μαστοριά και την πέτρα. «Ηταν το φαΐ μου», μας λέει. «Αλλά την τέχνη δεν μου την έδειξε κανένας πρωτομάστορας. Την έκλεψα μόνος μου με το μάτι. Ο καλός χτίστης πρέπει να ξεχωρίζει την σωστή πέτρα μέσα από τον σωρό. Να μη χάνει χρόνο να την «σκίσει». Εγώ έχτιζα μέχρι και πέντε μέτρα ξερολιθιά την ημέρα», λέει με καμάρι. «Με αυτή την επιδεξιότητα που απέκτησα κράτησα την οικογένειά μου γιατί από τη γεωργία και τα ζώα δεν έβγαινε μεροκάματο».

Από τον κυρ Γιάννη μάθαμε τα μυστικά του χτισίματος της ξερολιθιάς. Μάθαμε πόσο δύσκολο είναι, γιατί «αν την πέτρα δεν την βάλεις σωστά θα κόψει και θα αλλάξει την ισορροπία των αποπάνω. Αλλά κι αν χάσεις ένα πόντο στο κάτω μέρος θα φτάσεις να χάνεις 10 στο επάνω σε ένα ψηλό κτίσμα». Επίσης, δεν θεμελιώνουμε καμιά ξερολιθιά σε χώμα. Πρέπει να καθαρίσουμε το έδαφος και να βρούμε τον βράχο. Βεβαια, τα εδάφη στην Τήνο είναι «ρηχά» και βρίσκεις σταθερό βράχο στους 20 με 50 πόντους. «Τότε μόνο ξεκινάμε το χτίσιμο, όταν το θεμέλιο αγγίζει σταθερό έδαφος».

Οι πέτρες για την ξερολιθιά συλλέγονται συνήθως μέσα από το ίδιο το χωράφι. Αυτό γίνεται για δύο λόγους: για να καθαριστεί το καλλιεργήσιμο έδαφος και για να μην κουβαλούν τις πέτρες από μακριά. Αυτό ήταν επίπονη διαδικασία, αφού τις μετέφεραν στα χέρια ή με την «ξυλογαϊδάρα» – μια τεχνική με σκοινιά, ξύλα και τη βοήθεια του γαϊδάρου.

Οι πέτρες που χρησιμοποιούνταν στα θεμέλια των ξερολιθιών αντιστήριξης λέγονταν «μπατικές». Επρεπε να είναι μεγαλύτερες σε μήκος από τις άλλες και να μπουν μέσα στο χώμα τής πίσω πεζούλας. Μόνον έτσι ήταν στέρεες. Σε όλα τα επίπεδα της ξερολιθιάς και σε διαφορετικές αποστάσεις υπήρχαν «μπατικές» πέτρες. Αυτές έδεναν τον τοίχο με τη γη και λειτουργούσαν σαν καρφιά που εξασφάλιζαν μεγαλύτερη σταθερότητα. Ολες οι άλλες πέτρες μικρότερου μεγέθους που χρησιμοποιούνταν λέγονταν «δρομικές», γιατί ήταν αυτές που φαίνονται στην πρόσοψη.

Η ορολογία όμως αυτή, όπως και η τέχνη της αποκατάστασης ξερολιθιάς, κινδυνεύει σημερα να χαθεί. Ο μαστρο-Γιάννης είναι από τους τελευταίους πετράδες της Τήνου. Η ελπίδα έρχεται από τους Αλβανούς μετανάστες, που ακόμα κι αν δεν ξέρουν την τέχνη της πέτρας είναι πρόθυμοι να τη μάθουν ώστε να συντηρήσουν έτσι ένα σημαντικό κομμάτι της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής μας, που άλλωστε αποτελεί και δική τους παράδοση.

Καταφύγιο για αμπέλια και συκιές!

Το αμπέλι και η συκιά ήταν δύσκολο να πιάσουν στις κλιματολογικές συνθήκες της Τήνου γιατί τα πέντε πρώτα χρόνια, μέχρι δηλαδή τα φυτά να αναπτύξουν ένα ισχυρό ριζικό σύστημα, χρειάζονταν υγρασία που ήταν δύσκολο να διασφαλιστεί τους στεγνούς και καυτούς καλοκαιρινούς μήνες και φυσικά προστασία από τους δυνατούς βοριάδες. Στη βάση των θεμελίων μιας νέας ξερολιθιάς έσκαβαν τις πέτρες στο κάτω μέρος, δημιουργούσαν δηλαδή βαθουλώματα, τις «τακαδούρες», όπως τις λένε στην Τήνο, και τοποθετούσαν εκεί το κοτσάνι από το αμπέλι ή το κλαδί της συκιάς, για να μην τα συνθλίψουν από το βάρος οι πέτρες. Εκεί, με τη βοήθεια της υγρασίας και των θρεπτικών συστατικών του φρέσκου επιφανειακού χώματος που μετέφεραν στη βάση της νέας ξερολιθιάς -μια πάγια τεχνική για να ανανεώνουν το χώμα και να βοηθούν τα νέα φυτά- το φυτό μπορούσε να επιβιώσει την δύσκολη περίοδο των πρώτων χρόνων.

Ιδανικές και για μελίσσια!

Οταν κάποιος νοικοκύρης ήθελε να παραγάγει το δικό του μέλι έφτιαχνε μια ειδική θήκη μέσα στην ξερολιθιά για τις μέλισσες. Αυτές ονομάζονταν μελισσοθυρίδες ή μελισσότρυπες, όπως μας είπε ο μαστρο-Γιάννης από το Σμαρδάκιτο Τήνου. Για να φτιάξουν μελισσοθυρίδες έπρεπε να τοποθετήσουν «ένα λαμπαδάκι δεξιά και ένα αριστερά», δηλαδή μονοκόμματες πέτρες στις δύο πλευρές σε απόσταση περίπου εξήντα πόντων και μία ακόμα μεγάλη μονοκόμματη πέτρα για οροφή. Πάνω από την οροφή συνέχιζαν το κανονικό χτίσιμο της ξερολιθιάς. Η μελισσότρυπα είχε βάθος ένα με ενάμισι μέτρο, ήταν δηλαδή πολύ μεγαλύτερη από την ξερολιθιά, που φτάνει περίπου τους πενήντα πόντους, και όπως καταλαβαίνετε το μεγαλύτερο μέρος της έμπαινε μέσα στη γη. Στην υποδοχή αυτή τοποθετούσαν μια πήλινη κυψέλη και την έκλειναν με μια πέτρα που μπορούσαν να βάζουν και να βγάζουν άνετα. Το ύψος της κάθε κυψέλης ήταν επίσης σημαντικό γιατί δεν έπρεπε να μπαίνει νερό ούτε να φτάνει η πολλή ζέστη και φυσικά να μη φωλιάζει το χιόνι στα ορεινά. Στη βόλτα μας στην Τήνο, ο μαστρο-Γιάννης δεν σταματούσε να αναρωτιέται: πώς είναι δυνατόν να αντέχουν οι μέλισσες στις σημερινές χρωματιστές ξύλινες κυψέλες με τόσο υψηλές θερμοκρασίες; «Μέσα στις πέτρινες κυψέλες των ξερολιθιών, οι συνθήκες ήταν ιδανικές».

ΠΗΓΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”

www.kathimerini.gr

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 9, 2009 at 9:57 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

Παραδοσιακή Ρεβυθάδα

cf80ceaecebbceb9cebdcebf-cf83cebaceb5cf8dcebfcf821

Ρεβύθια του φούρνου

Υλικά

1 κιλό ρεβύθια

2-3 κρεμμύδια κομμένα κομματάκια

1/2 λίτρο ελαιόλαδο

αλάτι

φύλλο δάφνης


Εκτέλεση

Από την προηγούμενη μέρα έχουμε καθαρίσει και έχουμε βάλει τα ρεβύθια σε νερό βρόχινο κατά προτίμηση όπως όλα τα όσπρια. Την επομένη βάζουμε όλα τα υλικά στο ειδικό πήλινο τσικάλι, τη “σκεπασταριά” και συμπληρώνουμε νερό “μέχρι κάτω από το αυτί του τσικαλιού” (κάτω απ’ το χερούλι).Τα ψήνουμε σε φούρνο με κλαδιά για αρκετές ώρες και χυλώνουν με τρόπο που δεν περιγράφεται ούτε στην κατσαρόλα ούτε στον ηλεκτρικό φούρνο…

Αυτό είναι ακόμα και σήμερα το παραδοσιακό κυριακάτικο φαγητό στο νησί!


Και το παραδοσιακό φαγητό της Δευτέρας

Ρεβύθια με το ρύζι

Ότι έχει περισσέψει από την Κυριακή μαζί με “ένα κόμπο” λάδι(ελάχιστο) και ένα φλυτζάνι ρύζι μαγειρεύονται λίγη ώρα και όταν γίνει το ρύζι έχουμε έτοιμο ένα άλλο φαϊ!!!

Καλή Εβδομάδα και Καλή Όρεξη!!!

:-)

ΠΗΓΗ από το βιβλίο Σιφνέϊκες Γεύσεις

Δημοσιεύθηκε στο: on at 7:42 μμ Γράψτε ένα σχόλιο

“Ανάγλυφες Μνήμες”

Μνήμες Μονοπάτια


ΑΝΑΓΛΥΦΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Μνήμες που παντρεύουν το άϋλο με το στερεό.
Μνήμες διαυγείς. Μνήμες θολές, του συνειδητού ή του υποσυνειδήτου.
Μνήμες βασανιστικές ή λυτρωτικές.
Μνήμες του χθες, του σήμερα, του πάντα, που οριοθετούν και κατευθύνουν την πορεία μου.
Που παγώνουν ή που ζεσταίνουν.
Που διδάσκουν.
Που ορμούν εκρηκτικές ή που βαδίζουν ακροπατώντας.
Που έκτισαν αυτό που είμαι σήμερα.
Που είναι η ψυχή μου.

Πηγή: Κατερίνα Γρόλλιου

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 5, 2009 at 5:58 μμ Σχόλιο (1)